Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

People are strange


Μπήκα μέσα στην τάξη ξέροντας δύο λέξεις στα ελληνικά, "γεια" και "σχολείο". Ένας κύριος με είχε φέρει μέχρι εκεί προσπαθώντας, μάλλον, να με κάνει να νιώσω καλύτερα λέγοντας μου κάτι αρλούμπες που δεν καταλάβαινα. Μου έδειξε μία κυρία που ήταν ήδη εκεί και είπε αργά και καθαρά "κ-υ-ρ-ί-α" προσπάθησα να το θυμάμαι, μέσα σε 2 δευτερόλεπτα το είχα ξεχάσει. Αυτή που μου έδειξε ήταν μία αρκετά ψηλή γυναίκα με ένα ζεστό χαμόγελο, που όμως δεν έφτανε μέχρι τα μάτια της.
Τότε μου ήρθε αυτή η καταπληκτική ιδέα να κοιτάξω γύρω μου, απότομα γύρισα και αντίκρισα ένα τσούρμο ίενες που ήταν έτοιμες να κατασπαράξουν τον πιο αδύναμο, εμένα. Όλοι ήταν με γουρλωμένα μάτια, με ένα βλέμμα γεμάτο, κυρίως περιέργεια, αλλά και απέχθεια. Δάκρυα εμφανίστηκαν αμέσως και προσπάθησα να τα συγκρατήσω ανάμεσα στις βλεφαρίδες μου. Δεν τα κατάφερα και τόσο καλά. Ένιωσα κανα-δυο να γλιστράνε στα μάγουλα μου και να καταλήγουν στο ξεχασμένο ανοιχτό στόμα μου, που μόνο όταν γεύτηκα την αλμύρα στην γλώσσα θυμήθηκα πως πρέπει να το κλείσω. Με τα πολλά με έβαλαν να καθίσω σε μια ετοιμόρροπη καρέκλα δίπλα σε ένα παιδί με γυαλιά, που όπως κατάλαβα καθόταν πάντα μόνος του, τουλάχιστον δεν θα ήμουν το μόνο "outsider" στην τάξη.


Το ξυπνητήρι άρχιζε να φωνάζει μανιασμένα απαιτώντας να το κλείσω. Εκνευρισμένος πάτησα το κουμπί και έδωσα στον εαυτό μου άλλα πέντε λεπτά Όμως ένιωθα πως με ξανάπαιρνε ο ύπνος και πετάχτηκα όρθιος.
Για μια στιγμή σκέφτηκα να ξαναπέσω στο κρεβάτι, να μην πάω σχολείο, ποτέ ξανά. Να μην ξαναπατήσω σε αυτήν την βρομερή τρύπα με αρουραίους, ποτέ ξανά. Αυτή η σκέψη όμως έφυγε πολύ γρήγορα από το μυαλό μου. Αναλογίστηκα τη μητέρα μου, που ήθελε τόσο πολύ να πετύχω σε αυτά που δεν πέτυχε η ίδια. Καταβάθος ξέρω πως τρέφεται από τις επιτυχίες μου, όχι πως έχω και πολλές, αλλά από αυτές τις λίγες.

Είμαι σε αυτή τη χώρα εδώ και τρία χρόνια, έχω καταφέρει να μάθω τη γλώσσα αρκετά καλά, κι όμως είμαι ακόμη ένας ξένος για τους περισσότερους. Για τους συμμαθητές μου είμαι ακόμη το αλβανάκι που δεν έχει πατέρα. Βλέπω την απόρριψη κάθε μέρα όχι μόνο από αυτούς, αλλά και στα μάτια των καθηγητών και όλων αυτών των ανώνυμων στο δρόμο. Η αλήθεια είναι πως είχα πιστέψει κάποτε πως μου άξιζε όλο αυτό, η απόρριψη, ο χλευασμός, είχα πιστέψει πως αυτοί είχαν κάτι παραπάνω από εμένα. Αλλά όχι πια.

Φίλησα την μαμά μου στο μάγουλο και όπως κάθε πρωί της υποσχέθηκα πως θα αλλάξω τον κόσμο.
(Υ.Γ: Είναι μια μικρή ιστοριούλα που είχα γράψει παλιότερα και την βρήκα ξεχασμένη σε ένα τετράδιο)

4 σχόλια:

  1. Μπραβο κουκλα μου,ωραια γραφη.
    Να εισαι καλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η διαφορετικότητα είναι ζωή,η ομοιομορφία είναι θάνατος. ΜΗΝ ΚΟΥΡΑΣΤΕΙΣ ΠΟΤΕ ΝΑ ΤΟ ΛΕΣ ΑΥΤΟ!

    Είμαι σίγουρη πως έχεις μάθει να κρίνεις τους ανθρώπους σε σχέση με τον χαρακτηρα τους, και όχι με την εξωτερική τους εμφάνιση και την καταγωγή τους.

    Και γω θέλω να αλλάξω τον κόσμο! Ας μη μείνουμε στο όνειρο λοιπόν! Ας δράσσουμε!

    Σε φιλώ,Βικτώρια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Βικτώρια, καλησπέρα και ευχαριστώ πολύ! Όλοι μας νομίζω πως θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, και πιστεύω πως θα το κάνουμε! Έτσι μας χαρακτήρισαν άλλωστε! Καλό σου βράδυ!
    Καλός ήρθες^^

    ΑπάντησηΔιαγραφή