Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Μ.Κ.

Εκείνες τις νύχτες έπνιγα τον πόνο μου στο νέκταρ και την αμβροσία. Ξάπλωνα στο μπαλκόνι και το μόνο πράγμα που με ενδιέφερε πραγματικά ήταν το θεϊκό πιοτό. Έκλεινα τα μάτια μου και σταματούσα να υπάρχω, έτσι απλά. Όλη μου η ύπαρξη συρρικνωνόταν σε αυτήν τη μικρή μπάλα φωτός που περιέκλειε την αίσθηση πως κάποτε έζησα. Και κάθε ώρα που περνούσε έπνιγα τον πόνο μου όλο και περισσότερο, όλο και καλύτερα. Θα περίμενε κανείς πως θα ερχόταν το πρωί κάποια στιγμή, αλλά το αστείο είναι πως δεν ήρθε ποτέ. Όσο περνούσε η ώρα απλώς σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο, μέχρι που άρχισαν να σβήνουν και τα αστέρια, ενώ τελευταία χάθηκε και η μεγαλοπρέπεια του φεγγαριού, αφήνοντας πίσω σκοτάδι και χάος. Σκοτάδι και μεγαλοπρεπές χάος. Εγώ, από την άλλη πλευρά, είχα πάρει την συρρικνωμένη ύπαρξη μου και είχα κλειστεί στα μπουντρούμια της κρύας από το μάρμαρο καρδιάς μου. Για να πω την αλήθεια νομίζω πως μου άρεζε εκεί κάτω. Δεν υπήρχε χρόνος, ούτε χώρος, υπήρχε μόνο το κρύο μάρμαρο, ο αέρας που φυσούσε την ύπαρξή μου κι εγώ. Ήταν ωραία εκεί κάτω.

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Ένας χρόνος


Μα το φθινόπωρο θα έρθει και πάλι και θα ξεπλύνει με τις βροχές του τις πληγές του καλοκαιριού. Το κρύο του χειμώνα θα παγώσει την ανόητη καρδιά μου και το χιόνι γλυκά θα θάψει κάθε ανάμνηση σου. Μα σαν έρθει η άνοιξη και με βγάλει από την άσπρη λήθη μου, οι δροσεροί αέρηδες θα πάρουν μακριά την θλίψη μου και θα νιώσω ζωντανή ξανά.
Το μόνο που εύχομαι, είναι να μην έρθει το καλοκαίρι και φέρει μαζί του τις αβάσταχτα όμορφες ημέρες και τις επίπονα μαγευτικές νύχτες του. Φοβάμαι μην και μετατρέψει όλα αυτά που έχουν σημασία σε φαντάσματα ξανά, μην και γίνει ό,τι έγινε εκείνο το καλοκαίρι.