Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Μ.Κ.

Εκείνες τις νύχτες έπνιγα τον πόνο μου στο νέκταρ και την αμβροσία. Ξάπλωνα στο μπαλκόνι και το μόνο πράγμα που με ενδιέφερε πραγματικά ήταν το θεϊκό πιοτό. Έκλεινα τα μάτια μου και σταματούσα να υπάρχω, έτσι απλά. Όλη μου η ύπαρξη συρρικνωνόταν σε αυτήν τη μικρή μπάλα φωτός που περιέκλειε την αίσθηση πως κάποτε έζησα. Και κάθε ώρα που περνούσε έπνιγα τον πόνο μου όλο και περισσότερο, όλο και καλύτερα. Θα περίμενε κανείς πως θα ερχόταν το πρωί κάποια στιγμή, αλλά το αστείο είναι πως δεν ήρθε ποτέ. Όσο περνούσε η ώρα απλώς σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο, μέχρι που άρχισαν να σβήνουν και τα αστέρια, ενώ τελευταία χάθηκε και η μεγαλοπρέπεια του φεγγαριού, αφήνοντας πίσω σκοτάδι και χάος. Σκοτάδι και μεγαλοπρεπές χάος. Εγώ, από την άλλη πλευρά, είχα πάρει την συρρικνωμένη ύπαρξη μου και είχα κλειστεί στα μπουντρούμια της κρύας από το μάρμαρο καρδιάς μου. Για να πω την αλήθεια νομίζω πως μου άρεζε εκεί κάτω. Δεν υπήρχε χρόνος, ούτε χώρος, υπήρχε μόνο το κρύο μάρμαρο, ο αέρας που φυσούσε την ύπαρξή μου κι εγώ. Ήταν ωραία εκεί κάτω.

2 σχόλια: